söndag 19 september 2010





Σε μιά γυναίκα
δίχως ταυτότητα...


Υπάρχει ένα οργανικό κομμάτι από το 1936, ένα τσιφτετέλι με τον τίτλο "Χουζάμ . Στο κλαρίνο φυσάει ο Νίκος Καρακώστας, μιά μορφή της παραδοσιακής μουσικής.


κάποιες πληροφορίες στο



 Ο άνθρωπος αυτός δε ξετρέλαινε μόνο την ύπαιθρο, αλλά άφησε τη στάμπα του και σε πλήθος μικρασιάτικων και Ρεμπέτικων συνεργασιών του (κύρια στο δεύτερο).

Το "Χουζάμ" το ανακάλυψα πολύ πρόσφατα και μού΄χει γίνει ένα είδος συντρόφου που με σηκώνει. Δε ξέρω που με πάει, σηκώνει όμως ένα φρέσκο και φωτεινό αεράκι μες το κεφάλι μου, τραβώντας με μακριά απ΄αυτά που δε γουστάρω και που, κάποιες στιγμές, με κάνουν να σκουντουφλάω.

Με πρότρεψε και να σκαρώσω ένα ποιηματάκι που υπάρχει εδώ, από κάτω. Εκεί μπορείτε ν΄ακούσετε και το οργανικό Χουζάμ.




Φυσάει κεντώντας λοιπόν ο Νίκος Καρακώστας και υπάρχει και μιά άγνωστη γυναίκα που παίζει τα ζίλια.

Γι αυτήν είναι περισσότερο γραμένο αυτό το σημείωμα.

Ο ρόλος της ήταν να συνοδέψει και ν΄αμολήσει και κάποιο χαιρετισμό. Το κάνει λέγοντας"γειά σου Καρακώστα, γειά σου", μετά απο μιά παρατεταμένη εκπνοή του στο κλαρίνο. Επιστρέφει μ΄ένα "όπα, όπα " λίγο αργότερα, προσθέτει ένα "ω-ωχ " και στο τέλος ακριβώς του οργανικού, πετάει ένα "όπα όπα, γλεντάτε! "που είναι και το μοναδικό της δισκογραφίας.

Ουσιαστικά, δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο, συνήθιζαν να το λένε στα γλέντια και στα πανηγύρια.
Δε ξέρω γιατί με ακουμπάει τόσο πολύ αυτό το "γλεντάτε".
Δε ξέρω αν ζει αυτή η γυναίκα ή αν βολτάρει στα Ηλύσια Πεδία ανάμεσα στους ασπάλαθους. Όπου και να βρίσκεται όμως, εδώ, κάτω ή απάνω, στέλνω ένα χαιρετισμό στη ψυχή της κι ένα απαλό χάδι στο μάγουλό της...

tisdag 7 september 2010



Ένα τραγούδι που αφιερώνεται σ΄όλες τις γυναίκες που επισκέπτονται αυτή τη σελίδα
μαζί με ένα μεγάλο ευχαριστώ


Όσα χρόνια κι αν περάσουν (1948)
συνθ. Γιάννης Τατασόπουλος
στίχοι: Μπάμπη Βασιλειάδη (Τσάντα) 
τραγουδούν:  Σούλα Καλφοπούλου, Γιάννης Τατασόπουλος


Από κορίτσι στη μοναχική ζωή

VIRGINIA NICHOLSON
"SINGLED OUT.
HOW TWO MILLION WOMEN SURVIVED
WITHOUT MEN AFTER THE FIRST WORLD WAR"
VIKING
(Το παρακάτω δημοσιεύτηκε στη μεγαλύτερη εφημερίδα της Σουηδίας Dagens Nyheter στις 11 Μαϊου 2008. Υπογράφεται από την Oline Stig, συγγραφέα γεννημένη το 1966 .


Oταν ήμουν μικρή πίστευα ότι ήταν προ-αποφασισμένο με ποιόν θα παντευόμουνα. Όλα ήταν σχεδιασμένα, κανονισμένα, αυτός υπήρχε κάπου και με περίμενε. Ο μεγάλος μου φόβος ήταν, μήπως ο Θεός είχε υπολογίσει λάθος και με είχε λησμονήσει. Αργότερα, ο φόβος μεταβλήθηκε σε ρομαντικό όνειρο. Είχα αποφασίσει να μη παντρευτώ ποτέ. Θα μετακόμιζα στο Παρίσι, θα είχα, το λιγότερο, τρεις εραστές και ίσως μία γάτα.

Οι φαντασιώσεις της παιδικής μου ηλικίας γιά μιά μοναχική ζωή συμπίπτουν με τη γενική εικόνα που δίνουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και η λαϊκή κουλτούρα γύρω μου. Το να ζεις μόνη παρουσιάζεται είτε σαν ενδιαφέρον και γοητευτικό - εφόσον είσαι νέα, όμορφη και ζεις σε μεγάλη πόλη- είτε σα μαρτύριο. Ειδικά γιά τις γυναίκες το Διαδίκτυο είναι πλημμυρισμένο από σελίδες γνωριμιών. Η συμβίωση είναι αυτό που παρουσιάζεται σα φυσιολογικό. Παρόλ΄αυτά, σύμφωνα με πρόσφατη στατιστική, κάθε τρίτο ενήλικο άτομο στη Σουηδία ζει μόνο. Δε λαμβάνονται υπόψη άτομα που συνοικούν με τα παιδιά τους.

Γιατί εκλαμβάνεται ακόμα η μοναχική ζωή σαν ανωμαλία; Εξαιτίας παλιών μουχλιασμένων προκαταλήψεων; Ή ονειρεύονται όλοι/ες, βαθιά μέσα τους, μιά συμβίωση; Με απλά λόγια, μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αγάπη;

Η Εγγλέζα κοινωνιολόγος-ιστορικός Virginia Nicholson έγραψε ένα βιβλίο γι αυτές που αναγκάστηκαν, παρά τη θέλησή τους. Στο "Singled out" σκιαγραφεί την ιστορία της πρώτης στην ιστορία μεγάλης ομάδας μοναχικών γυναικών. Οι "περισσευούμενες γυναίκες" ήταν η ονομασία που δόθηκε στις Εγγλέζες γυναίκες που βρίσκονταν σε ηλικία γάμου στη διάρκεια του 1ου Παγκοσμίου πολέμου, όταν η πίστα του χορού άδειασε από νέους άντρες.

Το βιβλίο της Nicholson είναι ενδιαφέρον, σε κατακτάει όσο κι αν σε μερικά σημείο είναι μπερδεμένο. Συλλέγει περιγραφές από ιστορικά γεγονότα και παραδείγματα από τη σύγχρονη λογοτεχνία, με λεπτομερειακά προσωπικά πορτρέτα. Αλλά, παρόλο που τα τελευταία είναι υπερβολικά πολλά και κάνουν το κείμενο να χάνει τη συνοχή του, αυτές οι μικρές βιογραφίες του δίνουν ζωή. Το βιβλίο καταδεικνύει πως άλλαξε η στάση της κοινωνίας απέναντι στις ανύπαντρες γυναίκες και πως αυτές άλλαξαν την κοινωνία. Εξετάζει όμως και το πως αισθάνονταν τη μοναξιά τους, στις αρχές του περασμένου αιώνα.

"Μόνο ένα στα δέκα κορίτσια μπορεί να ελπίζει σε γάμο. Δε πρόκειται για γρίφο, είναι καθαρά στατιστικά στοιχεία. Οι άντρες που θα παντρευόσασταν είναι νεκροί. Πρέπει να τα καταφέρετε στη ζωή όσο πιό καλά μπορείτε".

Αυτα τα πικρά λόγια ειπώθηκαν από τον διευθυντή του σπουδαστήριου Bournemouths στα κορίτσια του 1917. Τέσσερα χρόνια αργότερα επισημοποιήθηκε από την Απογραφή το πλεόνασμα των γυναικών με αριθμούς: 1.720.802. Ο Τύπος στρογγυλοποίησε αμέσως τον αριθμό προς τα πάνω. "Δυό εκατομμύρια γυναίκες δε θα γίνουν ποτέ σύζυγοι", ήταν ο τίτλος στην Daily Express. Οι συζητήσεις γιά το γυναικείο πλεόνασμα πήραν ένα τραγικό περιεόμενο και συνεχίστηκαν γιά μήνες. Γελοιογραφίες με αντικείμενο ομάδες απελπισμένων γυναικών που κυνηγούσαν μοναχικούς άντρες εναλάσσονταν με κάθετες συμβουλές και θεωρίες γιά αφανισμό. Κάποιοι υποστήριζαν ότι η Απογραφή είχε κάνει λάθος, άλλοι συμβούλευαν τις γυναίκες να μεταναστεύσουν. "Ένα πλεόνασμα δύο εκατομμυρίων γυναικών είναι τόσο τεράστιο και ανεξέλεγκτο που λίγοι αντιλαμβάνονται τη σοβαρότητά του" έγραφε ο κύριος αρθρογράφος των Times.

Πώς επηρρεάστηκαν οι γυναίκες απ΄αυτό το διάλογο; Χωρίς αμφιβολία τους δημιούργησε άγχος. Πολλές είχαν χάσει συγγενείς και αγαπημένους στον πόλεμο, οι περισσότερες ήταν ανεκπαίδευτες και δεν είχαν δικαίωμα ψήφου. Επιπλέον, άκουγαν ότι αποτελούσαν και πρόβλημα. Ήταν πολλές και χωρίς μέλλον. Η May Wedderburn Cannan που αργότερα έγινε συγγραφέας, διηγείται πως ενώ βρισκόταν στο μετρό, επιστρέφοντας στο σπίτι της από διάφορες δουλιές (με ιώτα) του ποδαριού, άκουγε τις γραμμές του τρένου να τραγουδάνε: "γυναίκες, περισσεύετε...γυναίκες, περισσεύετε...γυναίκες, περισσεύετε".

Τις είδαν και σαν απειλή. Πολλές είχαν αρχίσει να εργάζονται στη διάρκεια του πολέμου, οι σουφραζέτες είχαν ανοίξει το δρόμο στο φεμινισμό, δεν ήταν καθόλου γενική η άποψη ότι όλες έβλεπαν σα σκοπό της ζωής τους να γίνουν νοικοκυρές. Όταν οι στρατιώτες επέστρεψαν από τον πόλεμο τραυματισμένοι και ανάπηροι, οι γυναίκες τους ανταγωνίζονταν στην αγορά εργασίας. Η αντίδραση από τον απειλούμενο ανδρισμό ήταν πικρή και απόπνεε μισογυνία. Ψυχολόγοι και φιλόσοφοι έγραφαν εγχειρίδια γιά το πως έπρεπε να χειριστούν τη μοντέρνα γυναίκα και πως θα την έκαναν να πειθαρχήσει. "Οι ιδέες κοχλάζουν στο μικρό και φορτωμένο εγκέφαλό της/... Δε θέλω να παντρευτώ, λέει με αποστροφή. Θέλω να ζήσω τη ζωή μου/... Προσπαθεί να κρύψει το σεξουαλικό μαγνητισμό της με άθλια ρούχα, απεριποίητα μαλλιά, φοράει χοντροπάππουτσα και παίρνει άκομψες πόζες".

Η διάγνωση γιά τις γυναίκες που δεν είχαν γευτεί που δεν είχαν γευτεί τη συζυγική ευτυχία του γάμου ήταν, σύμφωνα με τον Walter M. Gallichan, ψυχική σκλήρυνση που εκφραζόταν με κυριαρχική, τυραννική και παγωμένη διάθεση. Τα στατιστικά στοιχεία δείχναν ότι η κακή υγεία, η εγκληματικότητα, οι τρέλα και οι αυτοκτονίες ήταν πολύ πιό συνηθισμένες στις νέες αυτές γυναίκες. Ο φιλόσοφος Anthony M. Luduvici προχώρησε ακόμα πιό πέρα, προφητεύοντας ένα μελλοντικό πόλεμο ανάμεσα στα δύο φύλα όπου οι γυναίκες θα έβγαιναν νικήτριες, κάνοντας τους άντρες αδύναμους δότες σπέρματος. Η εξέλιξη του ανθρώπινου είδους θα δημιουργούσε μιά αποσεξουαλικοποιημένη γυναίκα όπου "μόνο η έλλειψη τριχοφυίας και τα σεξουαλικά της όργανα θα δείχναν ότι κάποτε υπήρξε μιά σύζυγος".

Οι προκαταλήψεις όμως συνάντησαν και αντίσταση. Το γεγονός ότι κάθε τέταρτη γυναίκα στην Αγγλία ήταν μόνη στη διάρκεια της δεκαετίας του ΄20, βιώθηκε μεν σαν απειλή και σα κοινωνικός κίνδυνος, αλλά ήταν ταυτόχρονα και μιά πραγματικότητα που η κοινωνία ήταν αναγκασμένηνα τη δεχτεί. Πολλοί συζητητές υποστήριζαν, και με το δίκηο τους, ότι δεν ήτανε λάθος των γυναικών ότι οι άντρες είχαν εξοντωθεί στον πόλεμο.

Κι έτσι, άρχισε ο μακρύς δρόμος προς ένα κόσμο πιό δίκαιο. Οι γυναίκες άνω των 30 απόκτησαν δικαίωμα ψήφου, νέες ευκαιρίες εκπαίδευσης ξεκίνησαν, σύνταξη έλαβαν και οι ανύπαντρες. Ένα μεγάλο μέρος απ΄τις "περισσευούμενες" γίναν δασκάλες, σχεδόν 80% απ΄αυτές πήραν πτυχίο απ΄τα πανεπιστήμια του Cambridge και Oxford το 1920 και αφιερώθηκαν στο επάγγελμά τους.

Το να είσαι ανύπαντρη δε σήμαινε πιά ότι σε βλέπαν σα μιά γελοία γεροντοκόρη που καθόταν και μπάλωνε κάλτσες, θρηνώντας τη χαμένη ζωή της. Η Nicholson εννοεί ότι αυτές οι γυναίκες συνήργησαν σε μεγάλο βαθμό στο να εδραιωθεί η ισότητα των φύλων στην Αγγλία με όλ΄αυτά που πέτυχαν, αλλά και έχτισαν μιά εικόνα καλού παραδείγματος γιά τις επόμενες γενιές. Βάζει το ερώτημα, τί θά΄χε συμβεί αν οι στρατιώτες δεν είχαν χαθεί στον πόλεμο; Δυό εκατομμύρια νοικοκυρές δε θα είχαν παίξει το ρόλο που έπαιξαν στην κοινωνική εξέλιξη.

Και η αγάπη; Το βιβλίο της Nicholson ξεχειλίζει απ΄αυτήν. Δυστυχισμένες ή ευτυχισμένες, λεσβίες ή όχι, μέσα κι έξω απ΄τη ζωή. Καμιά απ΄τις γυναίκες που τους πήρε συνεντεύξεις δε λέει ότι έζησε χωρίς αγάπη. Απλώς, αυτή πήρε διάφορες μορφές. Μιά γυναίκα λέει ότι βίωσε τον πρώτο της κεραυνοβόλο έρωτα στα 82, μιά άλλη δεν έπαψε ποτέ να αγαπάει κάποιον που παντρεύτηκε μιά άλλη, μιά τρίτη έζησε ευτυχισμένη με μιά άλλη γυναίκα, αν και η αγάπη τους κρυβόταν στο σκοτάδι. Μερικές παντρεύτηκαν, παρά τις αντίξοες συνθήκες. Μερικές αγάπησαν μόνο την εργασία τους. Καμιάς η ζωή δεν έμοιζε κάποιας άλλης κι αυτό δε προξενεί έκπληξη.

Το βιβλίο της Nicholson δείχνει πως ο μύθος της μόνης γυναίκας αναπροσαρμόστηκε σε μιά περίοδο κοινωνικών αλλαγών. Πολλά πράγματα είναι πιά διαφορετικά, τουλάχιστο στο κομμάτι του κόσμου που ζούμε. Οι σημερινοί μόνοι άνθρωποι δεν αποτελούν μιά καθορισμένη ομάδα. Καλώς ή κακώς. Κανείς δε τους αμαυρώνει, κανείς δε τους αρνείται το δικαίωμα να υπάρχουν. Αλλά, απ΄την άλλη μεριά, πότε ακούσαμε πρόσφατα ένα πολιτικό να μιλάει γιά τα δικαιώματα των μοναχικών; Και οι μύθοι γιά τη μοναχική είναι, στο βάθος, άθικτοι. Συνεχίζουν να βιώνονται με κάποια λύπηση.

"Είναι οι Σουηδοί ο πιό μοναχικός λαός του κόσμου;". Έτσι ήχησε η ρητορική ερώτηση όταν η στατιστική των μοναχικών νοικοκυριών παρουσιάστηκε στα δελτία ειδήσεων. Υποθέτω ότι ήθελαν να μας κάνουν να νιώσουμε ένα κρύο ρίγος στη ραχοκοκκαλιά.

Ποιός μας λέει ότι αισθανόμαστε μόνες και δυστυχείς επειδή ζούμε μιά μοναχική ζωή;

OLINE STING